ἑβδομαδικός

ἑβδομ-ᾰδικός, ή, όν,
A weekly,

ἀριθμός Antyll.

ap. Orib. 9.3.1;

περίοδος Gal.9.914

, Theol.Ar.45. Adv. -

κῶς Steph.in Hp.1.198

D.
II septenary, Procl.in Ti.3.108 D., Dam.Pr.264, 265. Adv. -κῶς ib.263.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εβδομαδικός — ἑβδομαδικός, ή, όν (AM) (Μ και ἑβδοματικός, ή, όν) 1. έβδομος 2. αυτός που τελείται κάθε επτά χρόνια …   Dictionary of Greek

  • ἑβδομαδικός — weekly masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικά — ἑβδομαδικός weekly neut nom/voc/acc pl ἑβδομαδικά̱ , ἑβδομαδικός weekly fem nom/voc/acc dual ἑβδομαδικά̱ , ἑβδομαδικός weekly fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικῶν — ἑβδομαδικός weekly fem gen pl ἑβδομαδικός weekly masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικόν — ἑβδομαδικός weekly masc acc sg ἑβδομαδικός weekly neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικαῖς — ἑβδομαδικός weekly fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικαί — ἑβδομαδικός weekly fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικοῖς — ἑβδομαδικός weekly masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικοί — ἑβδομαδικός weekly masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικοῦ — ἑβδομαδικός weekly masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑβδομαδικούς — ἑβδομαδικός weekly masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.